Friday, February 17, 2012

Τι μας λείπει;


Των Δημητρη Bαγιανου, Γιαννη Iωαννιδη και Μιχαλη Xαλιασου*
Από την εφήμερίδα Καθημερινή, 12-02-2012
Μοναδικότητα στην κρίση σημαίνει ότι μόνο εμείς δεν τα καταφέρνουμε και άρα δεν αξίζει να μας βοηθούν…
… Κάθε αναφορά στην Ελλάδα ως «ειδική περίπτωση» είναι ένα βήμα προς την εκτίναξη της χώρας από την Ευρωζώνη…
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει δύο μεγάλα γνωστά ελλείμματα: ένα στον δημόσιο προϋπολογισμό και το άλλο στο ισοζύγιο διεθνούς εμπορίου. Η αντιμετώπιση του πρώτου γίνεται με συνδυασμό μείωσης των δαπανών, αύξησης των φόρων και του ρυθμού ανάπτυξης, ενώ του δεύτερου με συνδυασμό μείωσης μισθών και αύξησης της παραγωγικότητας. Το μείγμα της μιζέριας και ελπίδας καθορίζεται από τις προοπτικές επίλυσης των προβλημάτων μέσω των αντίστοιχων επιλογών.

Tο γεγονός ότι οι επιλογές που έχουν προταθεί και επιβληθεί στην Ελλάδα υπαγορεύουν τη μιζέρια ως τρόπο επίλυσης του διπλού ελλείμματος οφείλεται εν μέρει σε λάθη σχεδιασμού από την τρόικα: συχνά αυτή εστιάζει σε ταμειακά μέτρα και δεν επιμένει όσο θα έπρεπε στην υλοποίηση των απαραίτητων θεσμικών μεταρρυθμίσεων για προώθηση της ανταγωνιστικότητας. Η απαίτηση για μιζέρια, όμως, οφείλεται κυρίως στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις υποσχέσεις των ελληνικών κυβερνήσεων για υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων και διαχείριση κονδυλίων με αποτελεσματικό τρόπο.

Όλες οι πρόσφατες προκλητικές προτάσεις μπορούν να ερμηνευθούν σε αυτό το πλαίσιο. Οι προτάσεις για εγκαθίδρυση επιτρόπου και για δημιουργία ειδικού λογαριασμού με προτεραιότητες στην αποδέσμευση κονδυλίων, καθώς και η τωρινή καθυστέρηση στην έγκριση του νέου δανείου παρά την υπογεγραμμένη συμφωνία σε ανείπωτες θυσίες, αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτή την έλλειψη εμπιστοσύνης. Το πρώτο που μας λείπει, λοιπόν, είναι η αξιοπιστία.

Το δεύτερο που μας λείπει είναι η συντροφιά στην κρίση. Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή βιώνει απέραντη μοναξιά ως προς το βάθος της κρίσης και την αδυναμία να υλοποιήσει βαθιές μεταρρυθμίσεις, να σταθεί στα πόδια της και να αρχίσει να παράγει αγαθά και υπηρεσίες που θα αγοράσουν ξένοι αλλά και εγχώριοι καταναλωτές. Μια απλή ματιά στα επιτόκια των δεκαετών ομολόγων αρκεί. Μετά τον διορισμό της κυβέρνησης τεχνοκρατών υπό τον Μόντι στην Ιταλία και την άμεση προώθηση μεταρρυθμίσεων, το ιταλικό επιτόκιο βρίσκεται μόλις στο 5,47%, ενώ το ισπανικό στο 5,19%. Το ελληνικό βρίσκεται στο 32,53%. Και όμως, ο Μόντι και ο Παπαδήμος έχουν αντίστοιχα βιογραφικά, πορεία και διεθνή αναγνώριση.

Το τίμημα της μοναδικότητας μπορεί να αποβεί πολύ ακριβό. Μοναδικότητα στην κρίση σημαίνει ότι μόνο εμείς δεν τα καταφέρνουμε και άρα δεν αξίζει να μας βοηθούν ή, πιο ουσιαστικά, να επενδύουν σε μας. Δυστυχώς, σημαίνει και κάτι άλλο. Παρά το γεγονός ότι η κρίση μαίνεται στην Ελλάδα, δεν διαχέεται σε μεγάλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας όπως η Ιταλία και η Ισπανία. Πόσο χρόνο χρειάζονται οι Ευρωπαίοι για να θεωρήσουν ότι η βύθιση της Ελλάδας δεν θα συμπαρασύρει άλλες χώρες;

Το τρίτο που μας λείπει, λοιπόν, είναι ο χρόνος. Εδώ και μήνες, διάφοροι ξένοι οικονομολόγοι με μεγάλη επιρροή στον χώρο της οικονομικής πολιτικής τόνιζαν την ανάγκη να περιχαρακωθεί η Ελλάδα ως «ειδική περίπτωση», να δημιουργηθούν στεγανά και μετά να αφεθεί να βυθιστεί χωρίς να συμπαρασύρει άλλες προβληματικές χώρες που «έχουν δυνατότητα να ανακάμψουν». Κάθε αναφορά στην Ελλάδα ως «ειδική περίπτωση» είναι ένα βήμα προς την εκτίναξη της χώρας από την Ευρωζώνη. Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές χώρες ελαττώνουν την έκθεσή τους σε ελληνικά ομόλογα. Αυτή η έκθεση θα γίνει ακόμη πιο μικρή μετά το προβλεπόμενο «κούρεμα», ελαχιστοποιώντας τις επιπτώσεις από μια απόσχιση της Ελλάδας από το ευρώ.

Το τέταρτο που μας λείπει είναι οι πολιτικοί, όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό. Στην εκδήλωση για τη λήξη της θητείας του τέως προέδρου της ΕΚΤ, Τρισέ, ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ έκλεψε την παράσταση λέγοντας ότι η Γερμανία δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάει ότι χρωστάει το οικονομικό της θαύμα στην εξάλειψη των χρεών της από τις ΗΠΑ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και το ότι ξεπλήρωσε το τελευταίο της δάνειο πριν από λίγο μόλις καιρό. Ο Σμιτ απευθυνόταν στην «αφρόκρεμα» των Ευρωπαίων πολιτικών που παρίσταντο στην εκδήλωση, λέγοντάς τους ότι έχουν πολλή δουλειά να κάνουν. Το ηχηρό χειροκρότημα στην αίθουσα, όπου η πλειονότητα ήταν Γερμανοί οικονομολόγοι, δεν φαίνεται να άλλαξε την αντιμετώπιση αυτών των κορυφαίων ενεργών πολιτικών.

Στο εσωτερικό, οι πολιτικοί μας αναλίσκονται στο πώς θα κερδίσουν τις εντυπώσεις ενόψει των επόμενων εκλογών. Τα δύο μεγάλα κόμματα αλληλοκατηγορούνται και δεν αναλαμβάνουν το πολιτικό κόστος των διαρθρωτικών αλλαγών, ενώ τα κόμματα της Αριστεράς τονώνουν το αίσθημα της αδικίας και απόγνωσης που νιώθει οποιοσδήποτε καλείται να δεχθεί αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών και αυξήσεις φόρων. Κανείς, όμως, δεν προτείνει ένα συγκεκριμένο σχέδιο για να αρχίσει η χώρα να επενδύει και να παράγει, να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της και πάνω απ’ όλα να καλλιεργήσει την εμπιστοσύνη σε μια μελλοντική προοπτική.

Και όμως, διεθνείς ειδικοί σε θέματα ανάπτυξης, όπως ο καθηγητής του Harvard Ricardo Hausmann (Financial Times, 9.2.12), θεωρούν και αποδεικνύουν με στοιχεία ότι η Ελλάδα έρχεται δεύτερη παγκοσμίως, μετά την Ινδία, στην ευκολία με την οποία θα μπορούσε να αρχίσει να εξάγει πιο σύνθετα προϊόντα. Ο Hausmann επισημαίνει ότι η Ελλάδα χρειάζεται να εντοπίσει το τι λείπει ως προς γνώσεις και υποδομές που απαιτούνται για νέες εταιρείες και να διασφαλίσει την παροχή τους, όπως κάνει η Αρχή Βιομηχανικής Ανάπτυξης της Ιρλανδίας.

Να λοιπόν τι χρειαζόμαστε τώρα: ένα λεπτομερές εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο με ορίζοντα δεκαετίας, το οποίο τα κόμματα ευθύνης θα δεσμευθούν να ακολουθήσουν. Το σχέδιο δεν πρέπει να επιβληθεί στην Ελλάδα από τους ξένους: αντιθέτως, θα πρέπει να εκπονηθεί από ομάδα Ελλήνων εμπειρογνωμόνων υψηλού κύρους, αξιοποιώντας χρήσιμες υφιστάμενες αρχικές προτάσεις, και να συμφωνηθεί με την τρόικα. Η έμφαση δεν θα πρέπει να είναι μόνο στις απαραίτητες βραχυπρόθεσμες περικοπές, αλλά κυρίως σε βαθιές θεσμικές μεταρρυθμίσεις, που θα καταστήσουν την ελληνική οικονομία ανταγωνιστική, καθώς και στη δημιουργία αξιόπιστου μηχανισμού παρακολούθησης της εφαρμογής τους. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε το να οδηγηθούμε μόνοι προς την έξοδο, παραδεχόμενοι ότι δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στη συνεχή πίεση για περισσότερη λιτότητα.

* Ο κ. Δημήτρης Βαγιανός είναι καθηγητής στο London School of Economics, ο κ. Γιάννης Ιωαννίδης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Tufts και ο κ. Μιχάλης Χαλιάσος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Goethe της Φρανκφούρτης.

No comments:

Post a Comment